μαίαι

μαί̱ᾱͅ , μαῖα
good mother
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Μαῖαι — Μαῖα fem nom/voc pl Μαῖα fem nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαῖαι — μαῖα good mother fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαίαι — Μαΐᾱͅ , Μάιος Maius fem dat sg (attic doric aeolic) Μαί̱ᾱͅ , Μαῖα fem dat sg (attic doric aeolic) Μαίᾱͅ , Μαῖα fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαῖ' — Μαῖα , Μαῖα fem nom/voc sg Μαῖαι , Μαῖα fem nom/voc pl Μαῖαι , Μαῖα fem nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωσφορώ — έω, Α [φωσφόρος] 1. φέρνω φως, φωτίζω 2. (αμτβ.) (κυρίως για τη σελήνη και για διάφορους πλανήτες) εμφανίζομαι στον ορίζοντα τη χρονική στιγμή που απέχω περισσότερο από 15° από τον Ήλιο, επιτέλλω 3. (μτβ.) μτφ. φέρνω στο φως, φέρνω στη ζωή… …   Dictionary of Greek

  • μαῖ' — μαῖα , μαῖα good mother fem nom/voc sg μαῖαι , μαῖα good mother fem nom/voc pl μαῖα , μαῖον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.